Κυβερνητικός τραγέλαφος για το δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ

0
43

Το δημοψήφισμα για τη Συμφωνία των Πρεσπών αποτελούσε εξαρχής μια δοκιμασία για την κυβέρνηση Τσίπρα. Η κυβέρνηση χρειαζόταν ένα θετικό αποτέλεσμα που να δίνει τον τόνο ότι η συμφωνία γίνεται αποδεκτή στη γειτονική χώρα, έτσι ώστε να μπορέσει και αυτή με τη σειρά της να κάμψει τις αντιρρήσεις που καταγράφονται στην ελληνική κοινή γνώμη.

Την ίδια στιγμή οποιαδήποτε θετική έκβαση του δημοψηφίσματος και επικύρωση της συμφωνίας στην ΠΓΔΜ άνοιγε το δρόμο και για την  συζήτηση στην Ελλάδα της κύρωσης της συμφωνίας, με όλα τα πιθανά προβλήματα στις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου.

Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση παρακολουθούσε στενά το ζήτημα και ότι ετοιμαζόταν για όλα τα ενδεχόμενα. Μάλιστα το ενδεχόμενο να υπάρξει χαμηλή συμμετοχή που να θέτει θέμα τυπικής και ουσιαστικής εγκυρότητας του δημοψηφίσματος είχε τεθεί.

Ωστόσο, όταν ήρθε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και έγινε σαφές ότι πάμε για πολύ χαμηλή συμμετοχή που στην καταστήσει αβέβαιη την ίδια τη διαδικασία προς την κύρωση της συμφωνίας, τότε η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ένα κυριολεκτικό αλαλούμ. Σε ένα τόσο κρίσιμο εθνικό θέμα και οι δύο εταίροι της κυβέρνησης δεν είχαν όχι μια κοινή γραμμή αλλά ούτε και ένα κοινό ύφος για την αντιμετώπισης του αποτελέσματος στο δημοψήφισμα.

 

Ο Πάνος Καμμένος πανηγυρίζει την ακύρωση μιας συμφωνίας που στηρίζει η κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει

Ο Πάνος Καμμένος χτύπησε και πάλι δια της αγαπημένης μεθόδου του που είναι τα «εν θερμώ» γραμμένα tweet. Έσπευσε λοιπόν και δήλωσε: «Όταν μίλησα για αποτυχία του δημοψηφίσματος με λοιδόρησαν τώρα με αυτή τη συμμετοχή βάση του άρθρου 73, 74 του Συντάγματος τους είναι άκυρο και το 68% των πολιτών ακύρωσε την συμφωνία. Ο Κυριάκος να απολογηθεί που ήθελε να σταματήσει την ευημερία των Ελλήνων και την κυβέρνηση».

Κοινώς, ο συγκυβερνήτης του Αλέξη Τσίπρα έσπευσε να θεωρήσει δεδομένη την ακύρωση της συμφωνίας και μάλιστα με… επίκληση συγκεκριμένων άρθρων του Συντάγματος της ΠΓΔΜ.

Καθόλου τυχαία που εισέπραξε και ειρωνικά σχόλια από τον Νίκο Φίλη που δήλωσε ότι ««Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε τους συνταγματολόγους από την Ελλάδα, με τις δικές τους διαδικασίες θα αποφασίσουν πώς θα προχωρήσουν. Ο κ. Καμμένος έχει γενικότερη διαφωνία για το θέμα, επικαλείται το Σύνταγμα. Εγώ δεν είμαι συνταγματολόγος και δεν κάνω το συνταγματολόγο».

Ωστόσο, το πρόβλημα με τη δήλωση του υπουργού Εθνικής Άμυνας παραμένει καθώς προεξοφλεί το τέλος μιας διαδικασίας για την σύναψη μιας διεθνούς συμφωνίας που τυπικά τουλάχιστον είναι ακόμη σε εξέλιξη.

Πάντως μέσα στον ιδιότυπο ζήλο επιτέθηκε και στον αρχηγό της ΝΔ, παραβλέποντας ότι ως προς το θέμα της Συμφωνίας με των Πρεσπών οι απόψεις τους, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, συγκλίνουν.

Στην ίδια γραμμή φυσικά και ο βουλευτής των ΑΝΕΛ κ. Κατσίκης ο οποίος επαίνεσε τον Καμμένο για τις… προφητικές του ικανότητες λέγοντας κι αυτός ότι είναι άκυρο το δημοψήφισμα.

 

Το Μαξίμου συντάσσεται με τον διεθνή παράγοντα

Στο αντίθετο άκρο η στάση που επέλεξε το ίδιο το Μαξίμου. Παρότι δεν υπήρξε μια επίσημη δήλωση από τη μεριά του πρωθυπουργού (άλλωστε θα ήταν και κάπως άκομψο να σχολιάσει μια εσωτερική διαδικασία διαβούλευσης και απόφασης όπως είναι ένα δημοψήφισμα), εντούτοις υπήρξε το τηλεφώνημα του Αλέξη Τσίπρα στο Ζόραν Ζάεφ.

Σύμφωνα με τις κυβερνητικές πηγές, κατά την επικοινωνία τους, ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, επαίνεσε τον Ζόραν Ζάεφ «για την αποφασιστικότητα και τη γενναιότητα του να συνεχίσει στην εφαρμογή της συμφωνίας».

Είναι προφανές ότι πρωθυπουργός προτίμησε σε αυτή την εμμέσως δημόσια παρέμβασή του να τονίσει κυρίως τη συμπόρευση του με τη γραμμή της υπόλοιπης διεθνούς κοινότητας. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή, η μειωμένη συμμετοχή πρέπει να υποτιμηθεί ως συμβάν, να υπερτονιστεί η συντριπτική κατίσχυση του «ναι» σε όσους ψήφισαν και να δοθεί το μήνυμα ότι η Συμφωνία θα επικυρωθεί κανονικά.

Κοινώς είναι μια γραμμή «τεχνητής αισιοδοξίας» που παραβλέπει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα που δημιουργεί η τόσο ηχηρή αποδοκιμασία της συμφωνίας στη γειτονική χώρα.

Ο δε Δημήτρης Τζανακόπουλος αποφάσισε για ακόμη μια φορά να υπερασπιστεί τον Πάνο Καμμένο.

«Ο κ. Καμμένος είχε κάνει την εκτίμηση ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία να περάσει από τη γειτονική χώρα η Συμφωνία των Πρεσπών. Έχει το δικαίωμα να θεωρεί ότι είχε δίκιο. Πράγματι θα υπάρχουν δυσκολίες. Εμείς, συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε αυτή την προσπάθεια για τη διαφύλαξη της δυναμικής της Συμφωνίας». Αναφορικά με το χρονοδιάγραμμα για την επικύρωση της Συμφωνίας, ο κ. Τζανακόπουλος είπε πως δεν είμαστε ανελαστικοί.

«Αναμένουμε τις πρωτοβουλίες από την πλευρά Ζάεφ. Το κρίσιμο είναι η ουσία. Να υπάρξουν δηλαδή οι προϋποθέσεις για την κύρωση της Συμφωνίας και από την Ελλάδα. Δεν πρέπει να αφήσουμε την ευκαιρία να πάει χαμένη.  Δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη αν η ΠΓΔΜ οδηγηθεί στις κάλπες. Ίσως να υπάρξει μόνο μία καθυστέρηση» είπε.

Κι από την άλλη ο Νίκος Παππάς, μιλώντας στο ρ/σ News 24/7 δήλωνε για τη διάσταση απόψεων μεταξύ Κοτζιά και Καμμένου: «Δεν είναι καλή εικόνα αυτή, δεν την κρύψαμε ούτε προσπαθήσαμε να την καλωπίσουμε. Υπάρχει πλειοψηφία στη Βουλή για την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, εδώ είμαστε και θα το δούμε».

 

Το υπουργείο Εξωτερικών παραδέχεται τη δύσκολη φάση

Τα προσχήματα προσπάθησε να διασώσει η πολύ προσεκτικά γραμμένη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών.

Αυτή αφού επαναλαμβάνει τη δέσμευση της Ελλάδας στη Συμφωνία των Πρεσπών (σε αντίθεση με όσα λέει ο Πάνος Καμμένος) και επισημαίνει το συμβουλευτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα του δημοψηφίσματος (πράγμα που σημαίνει ότι οι πραγματικά αποφασιστικές διαδικασίες είναι αυτές που θα λάβουν χώρα στη Βουλή της ΠΓΔΜ), αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι το αποτέλεσμα ήταν «αντιφατικό»:

«Μεγάλη υπεροχή του «Ναι», χωρίς, όμως, την αντίστοιχη συμμετοχή. Μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της γείτονος χώρας στήριξε τη συμφωνία. Όμως ένα σημαντικό τμήμα την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό. Η Ελλάδα σέβεται τις επιλογές των πολιτών της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας».

Οι δύο επόμενες παράγραφοι της ανακοίνωσης του ελληνικού ΥΠΕΞ, αποτυπώνουν μια προσπάθεια αναμέτρησης με τις πραγματικές δυσκολίες για να περάσει αυτή η συμφωνία, σε σχέση με στάσεις και αντανακλαστικά που έχουν ιστορικό βάθος.

Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι δεν αναφέρονται μόνο στην ΠΓΔΜ αλλά εμμέσως σχολιάζουν και τις ελληνικές αντιδράσεις έναντι του ενδεχομένου μιας συμφωνίας.

«Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας θεωρεί, γενικότερα, ότι το κλίμα εθνικισμού και καχυποψίας, οι καθημερινές πλαστές ειδήσεις και ο άκρατος φανατισμός δεν επιτρέπουν δυστυχώς να γίνει μια νηφάλια αποτίμηση για τα μεγάλα οφέλη της συμφωνίας και εμποδίζουν την αναγκαία αλληλοκατανόηση των λαών και την ανάπτυξη της συνεργασίας τους.

Οι ακραίοι και επιθετικοί εθνικισμοί στην περιοχή μας, η ανευθυνότητα έναντι του μέλλοντος της περιοχής, ο εγκλωβισμός σε στερεότυπα αλυτρωτισμού, ενώ η ιστορία πρέπει να είναι σχολείο και όχι φυλακή, δεν δίνουν προοπτική στην περιοχή γενικότερα.»

Δεν παραλείπει, όμως, να επισημάνει ότι «οι ενστάσεις έναντι της συμφωνίας των Πρεσπών αποδείχτηκαν αναληθείς και λανθασμένες», απαντώντας και εδώ σε όσους και εντός του κυβερνητικού συνασπισμού αντιδρούσαν.

Η δε κατακλείδα της ανακοίνωσης  του υπουργείου Εξωτερικών, παρότι παραμένει εντός της γραμμής ότι πρέπει να προχωρήσει η συμφωνία, αποφεύγει τους τόνους «τεχνητής αισιοδοξίαw» που συναντάμε σε άλλες ανακοινώσεις κύρια από τη μεριά των ΗΠΑ ή από αξιωματούχους της ΕΕ: «Τα επόμενα βήματα απαιτούν νηφαλιότητα από όλες τις πλευρές ανεξαιρέτως, ώστε η θετική δυναμική της Συμφωνίας των Πρεσπών να διαφυλαχθεί».

Είναι προφανές ότι σε μια δύσκολη και αντιφατική στιγμή, με την κυβέρνηση δεσμευμένη σε μια συμφωνία η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα προχωρήσει με τους ρυθμούς που αρχικά είχαν εκτιμήσει (εξ ου και η αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι ελαστική και αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξει μια «μικρή καθυστέρηση») και με ανοιχτά εσωτερικά μέτωπα στον κυβερνητικό συνασπισμό, η κυβέρνηση δεν κατορθώνει να έχει μια ενιαία στάση.

Ταλαντεύεται ανάμεσα στον κοντόθωρο πολιτικό υπολογισμό, που εκπροσωπεί κυρίως η προσπάθεια του Πάνου Καμμένου να φανεί δικαιωμένος στην… αντίθεσή του με την κυβερνητική επιλογή, την απλή συμπόρευση με την βούληση του διεθνούς παράγοντα να δει την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ (έστω και εάν αυτό δεν είναι τόσο «αυτόματο» ως πραγματική πολιτική διαδικασία) και την αναμέτρηση με το πραγματικό ενδεχόμενο η συμφωνία αυτή να μην μπορέσει να προχωρήσει, ή να καθυστερήσει αρκετά.

Μόνο που αυτή η ταλάντευση σε βαθμό τραγελάφου απέχει αρκετά από το να θεωρηθεί «υπεύθυνη εξωτερική πολιτική».